fbpx
Ακολουθήστε μας

Lifestyle

Γιούλικα Σκαφιδά: “Βοηθώντας τον συνάνθρωπό σου, βοηθάς πιο πολύ τον εαυτό σου.”

Γιούλικα Σκαφιδά: “Βοηθώντας τον συνάνθρωπό σου, βοηθάς πιο πολύ τον εαυτό σου.”
Γιούλικα Σκαφιδά. Φώτο: Μιχάλης Λεβεντογιάννης

Η κορυφαία καλαματιανή ηθοποιός Γιούλικα Σκαφιδά παραχώρησε Συνέντευξη στον Βαγγέλη Αυγουλά και στην ηλεκτρονική σελίδα Meallamatia.gr

Το βαφτιστικό της όνομα είναι Γεωργία. Στη μαμά της άρεσε πολύ το «Γιούλικα» γιατί είχε μία συμμαθήτρια στο σχολείο μ’ αυτό το όνομα και είχε πει ότι αν κάποτε έκανε κοριτσάκι θα την έλεγε Γιούλικα. Αυτή η επιθυμία της μαμάς, «έκατσε ωραία» στην οικογένεια γιατί υπήρχε και νονός Κύπριος όπου εκεί, χαϊδευτικά, έτσι λένε τις Γεωργίες. Αλλά υπήρχε κι ένα βιβλίο που είχαν διαβάσει η μαμά της και ο μπαμπάς της, ένα βιβλίο του Max Frisch, το Stiller, όπου υπάρχει μια όμορφη γυναίκα, μπαλαρίνα, εύθραυστη και ευαίσθητη που λέγεται Γιούλικα.

Έτσι «κόλλησε» το όνομα στο κοριτσάκι της οικογένειας Σκαφιδά , έτσι εγένετο Γιούλικα Σκαφιδά , έτσι προχώρησε στη ζωή της! Είχε γεννηθεί το 1981 και ως «Γιούλικα Σκαφιδά», έγινε πρωταγωνίστρια στο θέατρο. Και δεν την φώναξαν ποτέ «Γεωργία» εκτός από συγγενείς, γιαγιάδες….. Αλλά ευχές του Αγίου Γεωργίου δέχεται αν θέλετε να της στείλετε.

Είναι νέα, γι αυτό και το «ιστορικό» της είναι σύντομο αλλά πλούσιο. Γεννήθηκε στις 3 Οκτωβρίου του 1981 στην Καλαμάτα. Το 2001 αποφοίτησε από τη Δραματική Σχολή του Γιώργου Θεοδοσιάδη και το 2004 από την Ανωτέρα Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών. Επίσης έχει παρακολουθήσει σεμινάρια μουσικής θεωρίας, αρμονίας, ερμηνείας και κιθάρας. Και το 2010 έγινε γνωστή στο ευρύ κοινό από την εξαίρετη τηλεοπτική σειρά του Mega, «Το Νησί». Αυτό ήταν. Έτσι κέρδισε την καταξίωση και μας έδωσε το δικαίωμα να την προσφωνούμε ως «πρωταγωνίστρια».

Έχει παίξει πολύ σε τηλεοπτικές σειρές . Το 2002 στις «Τρεις Χήρες», στα « Παιδιά της Νιόβης (2004-2006),από το 2008 ως το 2009 στα «Μαύρα Μεσάνυχτα», το 2017 στο «Κόκκινο Δωμάτιο» και το 2019 στο «Ού φονεύσεις». Κι ακόμα στις «Ιστορίες από την Απέναντι Όχθη» (2007), στην «Ιωάννα της καρδιάς» (2006-2007) και σε άλλες.

Έχει παίξει σημαντικούς ρόλους στο σινεμά, το 2005 στο κινηματογραφικό ντεμπούτο της , στην “Κινέττα” του Λάνθιμου, στην «Άπνοια» το 2010, στο «September» το 2013, στη «Ρόζα της Σμύρνης» το 2016 κι ακόμα στο «Γαμήλιο Πάρτι» το 2008, στη «Ζαλόρα» το 2006. Το «Behind the blue» το 2005, στο «Δίχως Μνήμη» το 2004 και στην «Αλησμόνητη Πατρίδα» το 2004.

Το 2014 βραβεύτηκε με το θεατρικό βραβείο «Μελίνα Μερκούρη» για την ερμηνεία της στις παραστάσεις “Ορφέας στον Άδη” του Τένεσι Ουίλιαμς και “Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα” του Ευγένιου Ο’Νιλ.

Γιούλικα Σκαφιδά: “Βοηθώντας τον συνάνθρωπό σου, βοηθάς πιο πολύ τον εαυτό σου.”

Ο Βαγγέλης Αυγουλάς και η Γιούλικα Σκαφιδά στο Δείπνο στο Σκοτάδι 

Μιλάμε μαζί της, ελεύθερα κι αβίαστα.

Β.Α.: Πότε ξεκινάς να νιώθεις ότι κάτι θα γίνει με την υποκριτική, με το θέατρο κλπ;

Γ.Σ.: «Το 2004 αποφοιτώ από τη δραματική σχολή του Ωδείου Αθηνών και η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν ήμουν από τα παιδάκια που όταν ήταν μικρά ήθελαν να είναι στο επίκεντρο και χόρευαν, τραγουδούσαν, έπαιζαν και έλεγαν όλοι «α αυτή θα γίνει ηθοποιός». Ούτε καν. Είμαι πάρα πολύ ντροπαλή, πάρα πολύ μαζεμένη. Αρκετά συνεσταλμένη, μέχρι και εσωστρεφής.

Β.Α.: Άρα τι ήθελες να γίνεις όταν μεγαλώσεις; Όταν ήσουν παιδάκι, αυτή η κλασσική ερώτηση πως απαντιόταν;

Γ.Σ.: «Πέρασα από διάφορα στάδια. Πέρασα από το στάδιο του αστροναύτη, από του ποδοσφαιριστή. Και λίγο πιο σοβαρά, προς το λύκειο, ήθελα να γίνω φυσικός και αστροφυσικός μετά. Μου αρέσει να λέω ότι ήθελα να μελετάω τα άστρα και τελικά κατέληξα να μελετάω την ανθρώπινη συμπεριφορά. Και να την παρατηρώ γιατί νιώθω ότι είναι αρκετά παρεμφερές. Ουσιαστικά η δουλειά μας αυτό είναι. Η παρατήρηση της ανθρώπινης ζωής και μετά η αποτύπωσή της με δικά μας στοιχεία και στοιχεία του ρόλου στο θέατρο.

Β.Α.: Σκέφτηκες ποτέ , τώρα που έγινες ηθοποιός, ότι ήθελες να κάνεις τελικά κάτι άλλο επαγγελματικά;

Γ.Σ.:«Δεν ξέρω αν ακούγεται επηρμένο, αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν μπορώ να με φανταστώ να κάνω κάτι άλλο. Για να σου απαντήσω σε αυτό, στην Γ’ λυκείου κάτι έγινε!». Είδαμε θέατρο πολύ εκείνη τη χρονιά και με τους γονείς μου γιατί τους αρέσει πολύ το θέατρο. Στο βιβλίο της «Γενικής Παιδείας» υπήρχε ένα απόσπασμα από το «Ματωμένο γάμο» του Λόρκα, ένας μονόλογος και άρχισα να το διαβάζω και κάποια στιγμή πήγα στο σαλόνι. Ήταν η μαμά μου στον καναπέ, έβλεπε τηλεόραση και εγώ έκατσα και της έπαιξα το «Μονόλογο του Φεγγαριού». Με ευαισθητοποίησε αυτό που διάβασα για κάποιο λόγο και κάπως έτσι λίγο μου μπήκε η ιδέα. Φυσικά δεν το είπα σε κανέναν, είχα ντραπεί πάρα πολύ να πω οτιδήποτε. Και όταν ήρθα στην Αθήνα που πέρασα στη σχολή Ναυπηγών στα ΤΕΙ της Αθήνας, είχα αποφασίσει ότι θα κάνω και αυτό. Είχα ψάξει σχολές και έδωσα εξετάσεις και λίγο πριν δώσω εξετάσεις το ανακοίνωσα. Γιατί ήμουν καλή μαθήτρια, οι γονείς μου νόμιζαν ότι θα περάσω σε κάποια πανεπιστημιακή σχολή. Είμαι και μιας γενιάς που σου έλεγαν όλοι «Πάρε ένα πτυχίο να έχεις κάτι στα σίγουρα και μετά κάνε ότι θες». Μου έλεγαν όλοι να πάω στην Αγγλία που ήταν ήδη η αδερφή μου η μεσαία και εγώ έλεγα «όχι δεν θέλω». Και στο ερώτημα, «Γιατί δεν θέλεις;» είπα «Μα γιατί θέλω να κάνω αυτό» και το ξεφούρνισα. Αυτή είναι η μικρή μου ιστορία. Ήταν και μια παράσταση που είδα στο θέατρο Εμπρός, το «Γυάλινο Κόσμο» του Δημήτρη Μαυρίκιου . Λίγο ο Λόρκα και λίγο ο Μαυρίκιος, εκεί έγινε η δουλειά. Εκεί κάτι έγινε. Απ’ τη σχολή ήδη ξεκίνησα να δουλεύω και ήμουν από τους τυχερούς.

{Γιούλικα για τον Κώστα Κουτσομύτη:

Άν η αρχή είναι το ήμισυ του παντός, του χρωστάω τα πάντα.}

Β.Α.: Θέλω να αναφέρω δύο ονόματα που έχεις συνεργαστεί σκηνοθετικά και να ακούσουμε ένα σχόλιο γιατί δεν μπορούμε να μην πούμε για Κώστα Κουτσομύτη . Πως είναι να δουλεύεις μαζί του;

Γ.Σ.: Τον είχα δάσκαλο στη σχολή τον Κουτσομύτη. Πηγαίνοντας στη σχολή έβλεπες διάφορους ανθρώπους που είχαν ένα κύρος και ένα στάτους. Ο Ντίνος ο Δημόπουλος για παράδειγμα. Ο Χρήστος Πάρλας που εγώ είμαι και η γενιά του αστυνόμου Σαΐνη. Και ο Άγγελος ο Αντωνόπουλος. Ο Κουτσομύτης που ήταν τότε και στα πάνω της η ιδιωτική τηλεόραση και είχε κάνει χίλια δύο πράγματα, ήταν άλλο ένα «κάτι». Και όταν στο δεύτερο έτος μας είπε ότι θα κάνει μια σειρά του Τάσου Αθανασιάδη, «Τα Παιδιά της Νιόβης» και θα κάνει οντισιόν και μας πέρασε από οντισιόν ήταν πρωτόγνωρα πράγματα. Τώρα τα έχω λίγο απομυθοποιήσει. Μια οντισιόν είναι απλά μια οντισιόν. Θα πας, έχεις απομυθοποιήσει και την αποτυχία, έχει πάει η άμυνά σου μπροστά, να μην πληγωθείς, να μην στεναχωρηθείς, αλλά τότε μόνο και που σού έκανε οντισιόν ο Κουτσομύτης ήταν κάτι φοβερό! Αυτός με έβγαλε στα πράγματα. Με έβγαλε στο «κουρμπέτι».

Με πέρασε από οντισιόν και την κέρδισα την ευκαιρία. Με βοήθησε κιόλας ως δάσκαλος, θα το λέω πάντα αυτό. Μετά στα γυρίσματα ήταν τόσο προστατευτικός και τόσο δάσκαλος. Δάσκαλος με την έννοια του δασκάλου. Να σε πάρει, να σου δείξει, να σου μάθει και μετά να σε καμαρώνει κιόλας, όλο το πακέτο. Συγκινούμαι πάντα όταν σκέφτομαι αυτή την ευκαιρία που μου έδωσε και όχι μόνο στα «Παιδιά της Νιόβης» τα οποία τα γυρνούσαμε όσο ήμουν στο τρίτο έτος και μετά που έγινε ο δεύτερος κύκλος της σειράς. Μετά έκανε και τις «Μάγισσες της Σμύρνης» και με ξαναεμπιστεύτηκε και για μένα σήμαινε ότι κάτι έκανα καλά. Ένιωσα ότι δεν ήμουν μόνη μου και γι’ αυτό του χρωστάω. Το έχω ξαναπεί, ότι αν η αρχή είναι το ήμισυ του παντός, του χρωστάω τα πάντα.

Γιούλικα Σκαφιδά: “Βοηθώντας τον συνάνθρωπό σου, βοηθάς πιο πολύ τον εαυτό σου.”

Οι ιστορίες της Γιούλικας

«Έχω ιστορίες να θυμηθώ. Να είμαι στη σχολή, 19-20 χρονών, να έχω τον Κουτσομύτη απέναντι , που πολύ πιθανό είναι να αγνοούσε και την ύπαρξη μου και να μού πει «εσύ είσαι κινηματογραφική..». Πήρα τη μαμά μου τηλέφωνο και της το είπα. Το λέω και συγκινούμαι. Φαντάσου…. στη σχολή. Μου έκανε κοπλιμέντο ο καθηγητής.

Με Γιώργο Λάνθιμο κάναμε την πρώτη του ταινία, την «Κινέττα». Δεν είχα κανένα φοβερό ρόλο, 3 σκηνές και έκανα το ….πτώμα. Είναι ένας άνθρωπος που ήξερε πάρα πολύ καλά τι ήθελε να κάνει, στο γύρισμα και στην οντισιόν. Τίποτα δεν είναι τυχαίο. Μου κάνει πάρα πολύ μεγάλη εντύπωση που με πέρασε από κόσκινο στην οντισιόν. Φαντάσου τώρα σου λέω είχα ένα ρόλο που έπαιζα σε 3 σκηνές. Η μία ήταν που ήμουν κάτω πτώμα, η άλλη ήταν που έβγαινα από τη θάλασσα ως πτώμα και η άλλη ήταν που έλεγα και 2 κουβέντες. Αυτός ήταν ο ρόλος. Παρόλα αυτά κάναμε ή 3 ή 4 συναντήσεις. Με αυτοσχεδιασμούς, κάναμε οντισιόν κανονική όπως μετέπειτα κάνεις όταν έχεις ένα βασικό ρόλο σε μια σειρά ή σε μια ταινία. Ενώ μπορώ να πω ότι τότε μου φαινόταν περίεργο όλο αυτό, μήπως υπερβάλουμε; Τώρα καταλαβαίνω πόσο σημαντικό ήταν».

Β.Α.: Για να βγει το αποτέλεσμα.

«Ναι. Γιατί λέω…. εντάξει, έκανα κομπαρσιλίκι σε μια ταινία του Λάνθιμου, αλλά κοίτα να δεις, με επέλεξε, δεν με πήρε τυχαία. Με χιλιοτσέκαρε».

Β.Α.: Με ποιον θα ήθελες να συνεργαστείς πολύ και δεν έχεις προλάβει είτε μεγάλο ηθοποιό, είτε σκηνοθέτη ή μπορεί ίσως επειδή έφυγε πια από τη ζωή και να μην πρόλαβες; Ήταν κάποιος;

«Είναι πολλοί. Θα διαλέξω κάτι αισιόδοξο. Αγαπώ πολύ τους νέους Έλληνες κινηματογραφιστές, θα ήθελα να δουλέψω και με τον Αλέξανδρο Βρανά και με την Αθηνά Τσαγκάρη. Μου αρέσει να δουλεύω με ανθρώπους που είναι σε αυτό το χώρο και τον επέλεξαν γιατί αγαπάνε αυτό που κάνουν και δεν έχουν βρεθεί σε αυτό το χώρο γιατί κάποια στιγμή στη ζωή τους είδαν ότι εκεί είναι ο τζερτζελές και τα λεφτά. Και αυτό τους έχει κοστίσει συνήθως. Όταν κάνεις μια επιλογή, σού κοστίζει. Για παράδειγμα θα ήθελα πάρα πολύ να συναντηθώ έστω και για μία σκηνή με τον Βαγγέλη Μουρίκη, ο οποίος είναι ένας κινηματογραφικός ηθοποιός. Ή με την Αγγελική Παπούλια. Γενικά μου αρέσει να δουλεύω με ανθρώπους που συνειδητά κάνουν αυτό που κάνουν και θυσιάζουν άλλα πράγματα. Τους εκτιμώ και τους σέβομαι βαθιά».

Β.Α.: Είσαι σε ένα χώρο που η αποτυχία έχει πολλούς ορισμούς. Από τον ορισμό του τελευταίου που θα πει κάτι, ενός θεατή, ενός κριτή μέχρι το δικό σας εσωτερικό ορισμό. Τελικά για σένα τι είναι αποτυχία σαν δουλειά; Πως την ορίζεις για να την αποφύγεις ή να πεις «ναι αυτό ήταν αποτυχία αλλά με έμαθε κάτι»;

Γ.Σ.: «Αποτυχία είναι το να είμαι σε μία δουλειά και περνώντας ο καιρός να μην μπορώ να βρω τον εαυτό μου σε αυτή τη δουλειά. Αυτό είναι για μένα αποτυχία. Τώρα ήρθε ή δεν ήρθε ο κόσμος, φυσικά κάτι λέει και αυτό, δεν μπορούμε να το παρακάμψουμε σε καμία περίπτωση. Το να μην μπορέσω τελικά να «με βρω» μέσα σε αυτή τη δουλειά, για μένα είναι ένα κόστος που είναι κάπως βαρύ. Όπως επίσης αποτυχία θεωρώ μια επιλογή που ενώ το ένστικτό μου από την αρχή μου λέει ότι «δεν….», αποφασίζω να μην το ακούσω και να πάω με βάση τη λογική. Και τελικά αναρωτιέμαι γιατί το έκανα . Αφού φαινόταν το πράγμα. Δύο φορές το έχω κάνει και μου έχει στοιχίσει και τις δύο. Ουσιαστικά θεωρώ αποτυχία το να μην ακούσω το ένστικτό μου, να χάσω δηλαδή την κριτική μου ικανότητα στην επιλογή μιας δουλειάς. Γιατί η ματαιοδοξία μου μπορεί να έχει βγει πιο μπροστά ή γιατί το δέλεαρ το οικονομικό είναι πιο σημαντικό εκείνη την περίοδο».

Β.Α.:Τα «Μαύρα μεσάνυχτα» σωστά τα θεωρούμε το peak σου το τηλεοπτικό;

Γ.Σ.: «Ναι. Ίσως θα έλεγα την «Ιωάννα της καρδιάς» που ήταν ένα χρόνο πιο πριν. Είναι και άλλο κοινό. Οι μαμάδες αγαπούν την «Ιωάννα της καρδιάς» και μετά που έκανα τα «Μαύρα μεσάνυχτα» με ρώταγαν που χάθηκα και τους έλεγα «είμαι αυτή στο νέο έργο». Το μεγάλο κοινό και το πιο νεανικό κοινό με τα «Μεσάνυχτα» με έμαθε, είναι και της ηλικίας μου πιο πολύ».

{Αποτυχία είναι το να είμαι σε μία δουλειά και περνώντας ο καιρός να μην μπορώ

να βρω τον εαυτό μου σε αυτή τη δουλειά. Αυτό είναι για μένα αποτυχία.}

Β.Α.: Απίστευτο δίδυμο με Στέλιο Μάινα, «Μαύρα μεσάνυχτα» και «Το νησί». Τελείως διαφορετικοί ρόλοι, τελείως διαφορετικές απαιτήσεις και όμως συνυπάρχετε πάλι σε αυτό τον όμορφο ρόλο.

Γ.Σ.: «Μπαμπάς και κόρη. Ναι. Τον εκτιμώ και τον αγαπώ πολύ. Τον θαυμάζω και είναι πολύ σημαντικό ειδικά στα πρώτα χρόνια της δουλειάς σου να συναντιέσαι με ανθρώπους που θαυμάζεις και εκτιμάς. Είχα πάρα πολλά πράγματα να πάρω από όλους, τώρα για παράδειγμα που αναφέραμε τα «Μαύρα μεσάνυχτα».

Ο Στέλιος Μάινας είναι ένας άνθρωπος που είναι πολύ ωραίο από το να παίζεις μαζί του, μέχρι να τον ακούς να μιλάει. Για μένα είναι ευτυχής συγκυρία η συνάντησή μας και το γεγονός ότι ήταν ο μπαμπάς μου στο «Νησί» νομίζω ότι έπαιξε κάποιο ρόλο γιατί ξεκινήσαμε από ένα σημείο και έπειτα. Είχαμε κατακτήσει ήδη αρκετά πράγματα, δεν χρειάστηκε να το πάμε από την αρχή. Και από την αρχή να το πηγαίναμε βέβαια, δεν θα δυσκολευόμασταν, αλλά είχαμε από ένα σημείο και πέρα να ασχοληθούμε. Οπότε νιώθω πως κάπως εντρυφήσαμε και πήγαμε λίγο πιο βαθιά το πράγμα».

Β.Α.: Αυτό που έγινε με «Το νησί», έχει να γίνει πάρα πολύ καιρό τηλεοπτικά. Ήταν ο κόσμος «καθηλωμένος», συντονισμένος, ήξερε μέρα και ώρα και περίμενε την εξέλιξη.

Γ.Σ.: «Όταν κάναμε τα γυρίσματα, νοιώσαμε ότι όντως κάποιες σκηνές ήταν πολύ δραματικές. Μετά, είδαμε ότι ουσιαστικά οι άνθρωποι αυτοί ήταν απομονωμένοι, αποδιοπομπαίοι τράγοι μιας κοινωνίας αλλά είχαν και αυτοί στιγμές και ευχάριστες και δυσάρεστες και ζούσαν και αυτοί κανονικά, όπως σε όλες τις κοινωνίες. Ήταν οι καλοί και οι κακοί και δεν διέφεραν σε τίποτα από την κοινωνία απέναντι της Πλάκας με τους υγιείς. Παρόλα αυτά επειδή στην αρχή ξεκινήσαμε με κάποιες πολύ βαριές σκηνές που η Κατερίνα Λέχου αφήνει την οικογένειά της να πάει να ζήσει απομονωμένη στο νησί, ήταν το δράμα. Λέγαμε όλοι: Τώρα πως θα πάει αυτή η υπόθεση; Τι θα γίνει τώρα εδώ; Ο κόσμος θα θέλει; Δεν θα θέλει; Ξέραμε το βιβλίο, οπότε είχαμε μια εικόνα. Τα σενάρια όχι, γραφόντουσαν σιγά σιγά. Το γεγονός ότι όταν είδαμε την ανταπόκριση του κόσμου στο πρώτο επεισόδιο ήταν κάτι φοβερό ,

Κάναμε μια προβολή πριν παιχτεί το επεισόδιο για να τιμήσουμε και τους ανθρώπους στον Άγιο Νικόλαο που μας είχαν βοηθήσει τόσο πολύ, με καλεσμένους όλους τους ανθρώπους της Πλάκας, της Ελούντας, του Αγίου Νικολάου στην λίμνη εκεί. Στήσανε έναν προτζέκτορα και παίξανε το πρώτο επεισόδιο σε πρώτη πανελλήνια προβολή. Εκεί καταλάβαμε ότι αυτό που κάνουμε τώρα, ήταν πολύ μεγάλο. Ο κόσμος έκλαιγε. Υπήρχε κάτι φοβερό σαν κλίμα. Κάτι πολύ όμορφο. Ακούσαμε πάρα πολύ ωραία λόγια από απλούς ανθρώπους, όχι του επαγγέλματός μας. Θυμάμαι ότι λίγο πιο πριν είχε ξεκινήσει μια πολύ ωραία προσδοκία με πολύ σασπένς με το τρέιλερ, το οποίο είχε αρχίσει να παίζεται. Ένα μεγάλο τρέιλερ τρίλεπτο, τετράλεπτο που έβαλε το MEGA και στο δελτίο ειδήσεων. Τότε ήταν που άρχισαν να με παίρνουν τηλέφωνο φίλοι και συνάδελφοι και να λένε « Πω πω ….μα τι κάνετε εκεί; Τι θα κάνετε; Ουαου». Οπότε μετά την προβολή του πρώτου επεισοδίου που έπιασε αυτά τα φοβερά νούμερα και άρεσε πολύ και γράφτηκαν διθυραμβικές κριτικές είπαμε ότι πάμε τώρα να κάνουμε κάτι ωραίο. Βέβαια είχαμε γυρίσει ήδη σχεδόν τα μισά, αλλά πια είναι ωραίο γιατί βλέπεις ότι έχεις επικοινωνήσει τη δουλειά σου και δεν είσαι μόνος σου πια και έχεις μια ευθύνη από την προσδοκία του κόσμου, αλλά έχεις και την αγάπη του μαζί».

Β.Α.: Βλέπεις τηλεόραση; Προλαβαίνεις;

Γ.Σ.: «Επειδή είμαι στο θέατρο, όχι δεν βλέπω, αλλά ενημερώνομαι και παρακολουθώ τι γίνεται γενικά. Είναι πολύ καλό και αισιόδοξο ότι η μυθοπλασία έχει κάνει ξανά την εμφάνισή της. Είναι πολύ σημαντικό γιατί πρέπει οι ηθοποιοί να απορροφώνται σε δουλειές που τους αφορούν. Και η τηλεόραση είναι μια πολύ βασική μας δουλειά. Η τηλεόραση, το θέατρο και ο κινηματογράφος είναι. Αυτές είναι οι βασικές μας δουλειές. Και το θέατρο είναι το μόνο που έμεινε σταθερό όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης. Οπότε είναι πολύ σημαντικό που επανεμφανίζεται η τηλεόραση με άλλα δεδομένα βέβαια. Αλλά πιστεύω σιγά σιγά επανερχόμαστε. Συγνώμη, πρέπει να πω μόνο αυτό, ότι κάτι που δεν χάνω πραγματικά είναι το «Λόγω τιμής». Γιατί είμαι της γενιάς που έβλεπε το «Λόγω τιμής» πολύ και είχε ταυτιστεί με όλη αυτή την παρέα. Πιστεύω ότι έχει πετύχει.

Β.Α.: Είπε και ο Μαρκουλάκης πρόσφατα ότι «ναι, το κάνουμε, αλλά μην φανταστείτε ότι θα γίνει ο ίδιος χαμός που γινόταν τότε».

Γ.Σ.:«Είναι άλλα τα δεδομένα και βλέπουμε ότι ο κόσμος πια έχει συνηθίσει ίσως λόγω Netflix, λόγω των αμερικάνικων σειρών που είδαμε, που βλέπαμε πακέτο μια σεζόν ολόκληρη σε δυο –τρεις μέρες και γινόμασταν βρυκόλακες ή λόγω των καθημερινών σειρών που υπήρχαν όλα αυτά τα χρόνια και δεν του είναι εύκολο να ξαναμπει σε μια διαδικασία μιας εβδομαδιαίας σειράς. Παρόλα αυτά χαίρομαι που το «Λόγω τιμής» έχει κρατήσει κάποια standards. Βλέπεις ότι είναι η πιο καλογυρισμένη σειρά της ελληνικής τηλεόρασης, είναι εμφανές, από θέμα τεχνικών μέχρι θέμα υποκριτικής, σεναρίου κλπ. Θυμίζει παλιά ελληνική τηλεόραση. Φαίνεται ότι είναι η πιο καλογυρισμένη σειρά με διαφορά».

{Μου αρέσει να κάνω ένα αστείο για τη γενιά μου ό,τι είναι ωραίες οι κοινοποιήσεις

και τα like, αλλά η ζωή είναι έξω. Και τα προβλήματα είναι εκεί έξω.}

 

Β.Α.: Φίλους μπορείς να κάνεις στο χώρο που είσαι;

Γ.Σ.: «Αν είσαι ένας υγιής άνθρωπος που έχεις τον ανταγωνισμό στο πετσί σου ως κάτι πολύ δημιουργικό ως συναγωνισμό, ευγενή άμιλλα και αν είσαι ένας άνθρωπος που έχει δουλέψει και είναι χορτάτος, μπορείς να κάνεις φίλους φυσικά. Η δυσκολία που προκύπτει δεν έχει να κάνει με τον ανταγωνισμό. Έχει να κάνει με την τσιγγάνικη φύση του επαγγέλματός μας που μπορεί για παράδειγμα να είσαι στο καμαρίνι και να κάνεις πολύ παρέα μια σεζόν με έναν άνθρωπο και να μοιραστείτε τα πάντα που συμβαίνουν εκείνη την περίοδο και μετά να εξαφανιστείτε γιατί έχει πάει σε άλλο καμαρίνι. Έχω και φίλους, τη Νάντια Κοντογεώργη που περάσαμε πολλές ώρες στο καμαρίνι το 2008, προ δεκαετίας και μετά χωριστήκαμε και δεν ξαναβρεθήκαμε ποτέ σε δουλειά, αλλά υπάρχει αγάπη και εκτίμηση και φιλία. Ο Κώστας ο Γάκης , είναι ένας φίλος μου που ζήσαμε πάρα πολλούς μήνες και πολύ κοντά στην «Ιωάννα της καρδιάς» και στη Σύμη που κάναμε γυρίσματα 3 μήνες. Όταν είσαι μακριά από το σπίτι σου, δένεσαι και πιο πολύ με τους ανθρώπους. Η Ευδοκία Ρουμελιώτη που είναι σχετικά νέα φιλία, τριών ετών. Είπα κάποια παραδείγματα ανθρώπων που και πάλι ήμασταν μαζί σε δουλειά και κολλήσαμε και δέσαμε.»

Β.Α.: Σε βλέπουμε σε πολλά κοινωνικά δρώμενα να στηρίζεις καταστάσεις, να τρέχεις μαραθωνίους, να δίνεις το δικό σου μήνυμα, να είσαι σε εκδηλώσεις, δεν ξέρω ποια να πω και ποια να αφήσω. Δεν λέω για το «Δείπνο στο σκοτάδι» μόνο που ήσουν, αλλά σε διάφορα τέτοια και σε νησιά σε θυμάμαι, βλέπω από αναρτήσεις. Πως βρίσκει κάποιος χρόνο να είναι τόσο ουσιαστικά συνδεδεμένος με τον εαυτό του;

Γ.Σ.: «Θα σου πω.. Μου αρέσει να κάνω ένα αστείο για τη γενιά μου ό,τι είναι ωραίες οι κοινοποιήσεις και τα like, αλλά η ζωή είναι έξω.Και τα προβλήματα είναι εκεί έξω. Είμαι 5 χρόνια στη «Σχεδία» . Η αλήθεια είναι ότι βλέποντας κάπου να συμμετέχει ένας άνθρωπος γνωστός από την τηλεόραση για να βοηθήσει και να προωθηθεί μία κίνηση τέτοια, ο κόσμος νομίζει ότι αυτός βοηθάει. Όχι. Εγώ βοηθιέμαι τελικά. Ερχόμενη στο «Δείπνο στο σκοτάδι», πηγαίνοντας στη «Σχεδία» ή τρέχοντας για τη Διεθνή Αμνηστία ή κάνοντας διάφορα άλλα πράγματα, για το Aids ή το charityforsports που κάνουμε ή το charityforyou που είναι μια ΜΚΟ που ασχολείται να βοηθήσει κάποιους αθλητές στην προετοιμασία τους για τους Ολυμπιακούς. Ενώ πιστεύεις αρχικά ότι πας να βοηθήσεις, επί της ουσίας καταλήγεις να συμπεραίνεις ότι βοηθιέσαι εσύ ο ίδιος. Γιατί κάποιοι άνθρωποι σου δίνουν τη δυνατότητα να εκπληρώσεις ένα κομμάτι σου, όχι της φιλανθρωπίας αλλά της συμπαράστασης στον συνάνθρωπο και να καλύψεις εσύ μια ανάγκη . Ότι τελικά «ναι υπάρχω και ζω και εγώ και βοήθησα και έβαλα το μικρό μου λιθαράκι» για να πετύχει αυτός ο στόχος, για να μάθουν οι άνθρωποι τι είναι το «Δείπνο στο σκοτάδι» ή για να μην έχει τόση έγνοια ο αθλητής για το πως θα βρει λεφτά να κάνει το θεραπευτικό μασάζ του για παράδειγμα. Νιώθεις δημιουργικός σε μια κοινωνία και νιώθεις ότι κάνεις κάτι παραπάνω, ότι βγαίνεις από τον εαυτό σου και τη ματαιοδοξία σου και τα προσωπικά σου θέλω και κάνεις κάτι παραπάνω. Οπότε εμένα η «Σχεδία» και το «Δείπνο στο σκοτάδι» και όλες αυτές οι υπέροχες εκδηλώσεις προσφέρουν σ’ εμένα πάρα πολύ. Πολύ παραπάνω από όσο δίνω εγώ. Με κάνουν να νιώθω δημιουργική. Ότι κάπως διοχετεύω την αναγνωρισιμότητα που έχω από την τηλεόραση. Μου αρέσει να λέω ότι δίνεις το χέρι σου να βοηθήσεις κάποιον που νιώθει ότι πέφτει και τελικά αντί να βοηθήσεις εσύ εκείνον, σε βοήθησε αυτός. Βοηθηθήκατε και οι δύο».

Γιούλικα Σκαφιδά: “Βοηθώντας τον συνάνθρωπό σου, βοηθάς πιο πολύ τον εαυτό σου.”

Β.Α.: Να κλείσουμε με παιδιά που είτε σπουδάζουν τώρα σε δραματική σχολή ή σε διάφορους χώρους και θέλουν να δοκιμάσουν και την υποκριτική γιατί πλέον έχει ανοίξει το επάγγελμα. Μας έλεγε ο Σπύρος Πούλης ότι «ναι φυσικά, να κάνουνε θέατρο, αλλά να ξέρουν ότι πλέον δεν ζεις μόνο από αυτό. Να έχουν και κάτι άλλο ως καβάτζα». Εσύ τι θα τους έλεγες;

«Εγώ αρχικά θα τους έλεγα να είναι ανοιχτοί σε οτιδήποτε δημιουργικό, να δοκιμάσουν, να μην φοβηθούν να τσεκάρουν τον εαυτό τους, να διαβάζουν, να είναι μέσα στην κοινωνία, να μην είναι απομονωμένοι, να ακούν μουσική, να βλέπουν ταινίες, να ενημερώνονται για τα πάντα και να κυνηγήσουν όσο πιο πολύ μπορούν το όνειρό τους. Να είναι μέσα στην κοινωνία, να αφουγκράζονται τα πράγματα και να τολμάνε. Να φέρω τον εαυτό μου ως ένα προσωπικό παράδειγμα : Ήμουν ένα παιδί τελείως αλλού γι΄αλλού…., με καμία συνοχή , σε κανένα επίπεδο, αλλά με έσωσε το γεγονός ότι ήμουν ανοιχτή να δοκιμάσω οτιδήποτε δημιουργικό και να μην έχω στεγανά, προκαταλήψεις στο μυαλό μου».

Β.Α.: Ο μεγαλύτερός σου φόβος ποιος είναι;

Γ.Σ.: « Εγώ θα θέλω να παίζω, αλλά αυτό που θα κάνω δεν θα αφορά πια κανέναν και από ευγένεια κανείς δεν θα μου το λέει. Ότι θα νιώθω την ανάγκη να πω πράγματα, αλλά δε θα αφορούν πια κανέναν, αλλά από ευγένεια κανείς δεν θα το λέει. Επίσης ένας εφιάλτης μου που βλέπω πάρα πολύ συχνά είναι ότι με πετάνε πάνω σε μία σκηνή και δεν ξέρω τα λόγια μου».

Πρόσφατα, η Γιούλικα Σκαφιδά εκμυστηρεύτηκε ότι παρά τα δύο αυτοάνοσα που εμφανίστηκαν στη ζωή της, δεν το έβαλε κάτω και συνεχίζει με τη μεγάλη της αγάπη, το τρέξιμο!

Δείτε το προσβάσιμο video εδώ:

Facebook
Twitter
WhatsApp
Facebook Messenger
LinkedIn
Email

Σχολιάστε εδώ

Αφήστε το σχόλιο σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Advertisement
Advertisement
Advertisement
Advertisement
Advertisement
Advertisement
Advertisement
Advertisement
Advertisement
Advertisement
Advertisement

Πρόσφατα άρθρα

Advertisement
Advertisement
Advertisement
Advertisement

Δες ακόμη…

Advertisement
Advertisement

More in Lifestyle